Το πανηγύρι » Τα Όργανα
Όταν λέμε Ζυγιά εννοούμε την ολιγομελή λαϊκή ορχήστρα που συντροφεύει κάθε παρέα αρματωμένων και καβαλαραίων στο πανηγύρι του Αη-Συμιού.
Αυτή μπήκε, νωρίς μάλιστα, στη μουσική ζωή του λαού και για ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα είχε, μόνο αυτή, το προνόμιο να παίζει στα πανηγύρια, στις γιορτές, στους γάμους, στα γλέντια και γενικά σε κάθε πλατύτερο ή στενότερο λαϊκό γλεντοκόπι.
Σ’ αυτής τους ήχους είχαν κλεισθεί οι σκοποί των δημοτικών τραγουδιών και η ψυχή του λαού της Ελλάδας.
Η λέξη Ζυγιά σημαίνει ζευγάρι, συγκρότημα δηλαδή από δύο το λιγότερο μουσικά όργανα. Έτσι ακούγοντας Ζυγιά πρέπει να εννοούμε ένα ολιγοπρόσωπο λαϊκό συγκρότημα από δύο καραμούζες ή πίπιζες ή ζουρνάδες και ένα τούμπανο ή νταούλι.
Στη λαογραφική παραγωγή της χώρας μας δεν είναι άγνωστη η Ζυγιά. Τα δημοτικά τραγούδια μας συχνά τη μνημονεύουν. Ένα αρχοντόπουλο κινάει για τους αρραβώνες του «με τετρακόσιους άρχοντες, μ’ εννιά ζυγιές παιγνίδια». Και ο λεβέντης του τραγουδιού της τάβλας, που τραβάει για τα πεθερικά του, διασχίζοντας καβαλάρης τους κάμπους σέρνει από κοντά του «νταούλια τριανταδυό, καλάμια (δηλαδή ζουρνάδες) εξηνταπέντε».
Υπάρχει επίσης ένα πλήθος παροιμιών που υποδηλώνουν τη Ζυγιά και τα όργανα της.
Έλεγε και λέει ακόμη και σήμερα ο λαός:
Αλάργα από τα τούμπανα κι ο γάμος έξοδα ’χει.
Δεω θα πάει στα κουφά το πανηγύρι (δηλ. θα ακουστεί ζυγιά).
Θέλει τέχνη τ’ άργανο.
Ο κόσμος τόχει τούμπανο κι εγώ κρυφό καμάρι
Σταμάτα το ζουρνά (δηλ. σταμάτα το κλάψιμο).
Τρείς λαλούν (οι παίχτες της ζυγιάς) και δυό χορεύουν.
Οι παροιμιακές αυτές εκφράσεις μαρτυρούν το πόσο η Ζυγιά και
η παράδοσή της ζούσε μέσα στην ψυχή του λαού.
Γνωστή ήταν η Ζυγιά και στα χρόνια του Ξεσηκωμού.
Ο αμίμητος για τις χοντροκοπιές της γλώσσας του Γεώργιος Καραϊσκάκης θέλοντας κάποτε να παραστήσει την ελαφρό¬τητα του αγωνιστή Νικ. Στορνάρη, που όλες τις υποθέσεις τις νόμιζε ευκολοκατόρθωτες και πανηγυρικά γινόμενες, του πέταξε κατά πρόσωπο τον παροιμιακό λόγο πως «ήθελε όλα τα πράγματα να έρχονται με το ζουρνά».
Στην πατρίδα μας δημιουργήθηκαν και για αρκετά χρόνια ζωογονούσαν τα λαϊκά μας πανηγύρια οι εξής Ζυγιές:
Η Μωραΐτικη με έδρα τα χωριά του Αιγίου και των Καλαβρύτων, η Αραχοβίτικη με έδρα την Αράχοβα και τη Λίβαδειά, η Καρπενησιώτικη με έδρα τα καρπενησοχώρια, τα Άγραφα, τα Κράβαρα και τη Λαμία και η Μεσολογγίτικη με κέντρο της στη Δυτική Ελλάδα το Μεσολόγγι.
Αποκλειστικοί εκπρόσωποι της Μεσολογγίτικης Ζυγιάς ήταν οι περιπλανόμενοι στην περιοχή σκηνίτες Τουρκόγυφτοι και κυρίως οι περίφημοι εκείνοι οργανοπαίχτες της Πενταλόφου (Ποδολοβίτσας).
Οι τρεις πρώτες Ζυγιές μοιάζουν ως προς τα όργανά τους.
Οι πίπιζες και τα τούμπανα είναι πολύ μεγάλα και επομένως οι ήχοι τους είναι παχύτεροι και μαλακότεροι. Έπειτα οι παίχτες τους βαρούν τους σκοπούς μ’ άλλο τρόπο, δηλαδή η παιχτική δεξιότητα των Γύφτων του Μοριά κι εκείνων του Καρπενησιού και της Αράχοβας είναι κάπως κατώτερη από εκείνη των Γύφτων του Μεσλογγίου.
Στο Μεσολόγγι ο ζουρνάς είναι μικρός, μόλις φτάνει τα 20 εκ., είναι πράγματι στριγγόλαλος, οξύφωνος με στριγγούς και μονότονους ήχους. Το παίξιμο είναι σωστό σκούξιμο, η φωνή του δυνατή και τσιριχτή. Το νταούλι είναι και αυτό μικρό διαμέτρου 25 εκ. και μήκους 30 εκ. και βγάζει ήχο τέτοιας οξύτητας, που ταιριάζει με τους ζουρνάδες. Όπως οι καραμούζες είναι γνωστές με τον όρο ψιλά ζουρνάδια του Μεσολογγίου, έτσι και το μεσολογγίτικο νταούλι το λένε τσοκάνι, μεταφορικά βέβαια από ένα είδος μικρού κουδουνιού από τα οξύτερα και τα διαπεραστικά σε ήχο. Είναι κι αυτό λοιπόν βροντερόηχο.
Τρία είναι τα μελωδικά όργανα της Ζυγιάς: Ο ζουρνάς α’, ο ζουρνάς β’ και το νταούλι.
Από τους δύο ζουρνάδες ο ένας, ο α’ παίζει το τραγούδι. Ο παίκτης του λέγεται μάστορας ή πριμαδόρος και είναι ο μαέστρος, ο αρχηγός της Ζυγιάς.
Ο ζουρνάς β’ κρατάει απλά το ίσο του τραγουδιού, το μπάσο, γι’ αυτό και λέγεται μπασαδόρος. Και οι δύο μαζί λέγονται ζουρνατζήδες.
Το νταούλι χτυπά το ρυθμό του τραγουδιού. Ο παίκτης λέγεται νταουλιέρης…
…Να επισημάνουμε ότι η Ζυγιά εκτός από τους χορούς και τα τραγούδια παίζει και οργανικές μελωδίες ελεύθερου ρυθμού.
Μία απ’ αυτές τις μελωδίες είναι η λεγόμενη «μπαντουνάδα» ή «πατινάδα» τ’ Αη-Συμιού την οποία παίζει η Ζυγιά στους δρόμους.
Η Ζυγιά, που ανήκει στην κατηγορία των εγχώριων λαϊκών οργάνων και της ντόπιας λαϊκής κατασκευής, με τους ίδιους παίχτες της και οργανοκατασκευαστές, χρόνο με το χρόνο πάει να καταντήσει μουσειακή.
Η σύγχρονη μουσική εξέλιξη έφερε το ζουρνά σε πόλεμο επιβίωσης με το κλαρίνο, όργανο που δεν ανήκει στη μουσική οργανολογία του τόπου μας.
Εξάλλου τα τόσο χαρακτηριστικά αυτά όργανα, ελάχιστοι τα παίζουν τώρα και ακόμα λιγότεροι ευχαριστιούνται μαζί τους και τα προτιμούν….